Σκηνοθεσία: Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι

Σενάριο: Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι – Χαλαρά βασισμένο στη νουβέλα του Λέοντος Τολστόι «Το θείο και το ανθρώπινο»

Παίζουν: Τζούλιο Μπρόγκι, Ρενάτο Σκάρπα, Ντανιέλε Ντουμπλίνο

Παραγωγή: Ιταλία – 1972

Διάρκεια: 1 ώρα 30 λεπτά

Ο αναρχικός, Τζούλιο Μανιέρι, συλλαμβάνεται και πετιέται στην απομόνωση για 10 ολόκληρα χρόνια, αφού έχει πρώτα υποστεί το μαρτύριο της εικονικής εκτέλεσης, λαμβάνοντας τελευταία στιγμή τη «συγχώρεση» του Άρχοντα, κάτω από τις ιαχές «Ζήτω ο βασιλιάς». Κατά τη μεταφορά του σε φυλακές της Βενετίας, συναντά συντρόφους από τους οποίους μαθαίνει τις εξελίξεις του επαναστατικού αγώνα. Μάταια προσπαθούν να επικοινωνήσουν, καθώς οι εποχές έχουν αλλάξει και η ιδεολογική σκοπιά του Τζούλιο είναι μάλλον ξεπερασμένη για τους νέους αγωνιστές.

Η ταινία των αδελφών Ταβιάνι είναι δομημένη πάνω στο δόγμα, «η αφαίρεση προσθέτει και η πρόσθεση αφαιρεί». Η πλοκή ξετυλίγεται μέσα σε 5 σεκάνς, που υπηρετούν το έργο των σκηνοθετών, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία ταινία «πάνω στην πολιτική», και όχι μια ταινία «για την πολιτική», όπως σοφά έκανε τον διαχωρισμό ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Σκοπός, δηλαδή, των σκηνοθετών δεν ήταν απλώς να υπάρχει ένα πολιτικό μήνυμα ή να περιγράφεται μια πολιτική ιστορία, αλλά να εμπλέκονται αρμονικά η αισθητική της ταινίας, το ύφος και τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν με την πολιτική χροιά του σεναρίου. Οι ιδεολογικές διαμάχες του Τζούλιο Μανιέρι με τους συντρόφους του, πάνω στις βάρκες που τους μεταφέρουν στις νέες φυλακές, αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σύνθεσης του πολιτικού προβληματισμού των δημιουργών με την αισθητική κατεύθυνση που οι ίδιοι επιδίωξαν.

Στην πρώτη – εισαγωγική – σεκάνς, η μητέρα του μικρού Τζούλιο τον τιμωρεί, κλείνοντάς τον σε έναν μικρό σκοτεινό χώρο μέχρι να συνετιστεί. Ο ανυπάκουος Τζούλιο χτυπά τη βαριά πόρτα του αρχοντικού, και στη συνέχεια για να ανταπεξέλθει στις βάρβαρες στιγμές της απομόνωσης επαναλαμβάνει ένα ιταλικό παιδικό ποιηματάκι: «Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα, άσπρο, κόκκινο, πράσινο και κίτρινο, και για να τον εξημερώσει, του έδινε γάλα και μέλι». Η σκηνή απηχεί τη μακροσκελή σκηνή της μετέπειτα απομόνωσης του Τζούλιο από τους διώκτες του και σχεδιάζει παράλληλες με δομές και θεσμούς της κοινωνίας: ο οικογενειακός φύλακας, η μητέρα του, δεν χαρίζεται στον μικρό Τζούλιο, όπως στο μέλλον δεν θα του χαριστεί και ο σωφρονιστικός υπάλληλος, ο φύλακας στον οποίο η κοινωνία αναθέτει την επιτήρηση του επαναστάτη Τζούλιο. Με δύο πλάνα και με λίγα λόγια, οι αδελφοί Ταβιάνι προικίζουν την πλοκή με τα απαραίτητα, δίνοντας όλες τις σημαντικές πληροφορίες στο θεατή με μια πυκνή και στέρεη δραματουργία.

Μετά τους τίτλους αρχής, ξεκινά η δεύτερη σεκάνς, κατά την οποία εκτυλίσσεται η επαναστατική ενέργεια των διεθνιστών του Μανιέρι. Καταλαμβάνουν το δημαρχείο, υψώνουν την μαύρη και κόκκινη σημαία, ξεκινούν να μοιράζουν το σιτάρι και το αλεύρι στον λαό, προτρέπουν σε ανυπακοή τους κατοίκους του χωριού. Ο πρώην μαθηματικός και νυν παγωτατζής Τζούλιο Μανιέρι είναι ο αρχηγός της ομάδας, αποστάτης της τάξης του, γιός πλούσιου φεουδάρχη και μαχητικός αναρχικός. Ο ξεσηκωμός αποτυγχάνει, κυρίως εξαιτίας του φόβου των χωρικών, ενώ η απώλεια ενός συντρόφου καθηλώνει την ομάδα και οδηγεί στη σύλληψή της. Το στενό κάδρο, 1.37:1, λειτουργεί άψογα, έτσι όπως φυλακίζει τους αγωνιστές του Μανιέρι στην ήδη στενή πλατεία του χωριού, ενώ επικεντρώνει την προσοχή του θεατή στις ενέργειες των αναρχικών, αλλά και στη διαφυγή των χωρικών όταν όλα τελειώνουν. Η επιλογή των διαδοχικών γενικών πλάνων παραπέμπει σε σινεμά παρατήρησης, όμως η αποτυχία των επαναστατών φέρνει την κάμερα πιο κοντά, εξερευνώντας τις αντιδράσεις τους. Η σεκάνς τελειώνει με ένα καταληκτικό τράβελινγκ, που τονίζει την αποτυχία του εγχειρήματος.

Τρίτη σεκάνς: η καταδίκη και η «εκτέλεση». Από τα σκληρά κορίτσια των αυλικών του βασιλιά που φαντασιώνονται εκτέλεση εκ παραδρομής (!), η ταινία προχωρά στην εκπληκτική σκηνή της μεταφοράς τού Τζούλιο στην τοποθεσία εκτέλεσής του. Ένας σύγχρονος Χριστός, ο διψασμένος επαναστάτης μαρτυρικά υπομένει τη αργόσυρτη τελευταία διαδρομή του, μέσα σε γνώριμους τόπους, μπροστά στα μάτια γνωστών και φίλων. Ένας άνθρωπος μπροστά στον θάνατό του είναι ένα συγκλονιστικό θέμα και εδώ έχει αποδοθεί αριστουργηματικά, καθώς ο σκληρός Μανιέρι εξαπολύει απειλές και την ίδια στιγμή σπάει μπροστά στη μελλοντική του ανυπαρξία. Το βλέμμα του καρφώνεται στο φεουδαρχικό πατρικό του σπίτι με τα κλειστά βλοσυρά παραθυρόφυλλα που αρνούνται να ανοίξουν για έναν τελευταίο χαιρετισμό. Τελικά, η εκτέλεση ματαιώνεται και η συγχώρεση από τον άρχοντα μετατρέπει την ποινή σε ισόβια κάθειρξη. «Δεν με σκοτώνετε άλλο;», είναι η πρώτη απορία του Τζούλιο. Τέσσερις λέξεις αρκούν για τους ευρηματικούς Ταβιάνι, ώστε να αποδοθούν τα συναισθήματα του μάρτυρα Μανιέρι, και να προδιαγραφεί το δυστυχές μέλλον του.

Η τέταρτη σεκάνς καταγράφει τη φυλάκιση και εν συνεχεία την απομόνωση του Τζούλιο Μανιέρι. Ο ανυπάκουος Τζούλιο οδηγείται και πάλι στην απομόνωση από τους δυνάστες του. Ζωντανός-νεκρός, χωρίς την παραμικρή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, εφευρίσκει τρόπους για να αντέξει, όπως όταν η μητέρα του τον απομόνωνε. Ξεκινά με το ποιηματάκι «Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα», ωστέ να ακούει την φωνή του, συνεχίζει με εξάσκηση στη σκέψη, ακολουθεί αναπαράσταση διαλόγων με τους συντρόφους του. Τίποτα δεν είναι αρκετό, ο χρόνος είναι πολύς. «Η ισορροπία» σε αυτούς έξω από το κελί του «γεννά τέρατα». Τέτοια τέρατα που αφήνουν έναν άνθρωπο σε απομόνωση για 10 χρόνια. Οι Ταβιάνι φτιάχνουν το πορτρέτο του Μανιέρι, του ανθρώπου με τις αστείρευτες δυνάμεις, που πολλές φορές φλερτάρει με την παραφροσύνη, και τότε το κάδρο στενεύει ακόμα περισσότερο, η φιγούρα του μικραίνει, το σκοτάδι γεμίζει το πλάνο. Η φαντασίωση της επιτυχημένης επανάστασης σε όλο τον κόσμο τον κρατά ζωντανό.

Η πέμπτη και τελευταία σεκάνς αφορά τη μετακίνησή του στις φυλακές σε κάποιο νησί της Βενετίας, τη συνάντησή του με καταδικασμένους συντρόφους και την προσγείωση στην πραγματικότητα. Στην απομόνωση η φαντασία αποτελεί την μόνη πραγματικότητα και ο Μανιέρι επιλέγοντας να φανταστεί την καρποφόρα επανάσταση, ξεκινά από μια αισιόδοξη θέση την πορεία του προς την πραγματική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι σύντροφοί του τον γνωρίζουν, όμως δεν του δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Ένοπλες ενέργειες έχουν σταματήσει να πραγματοποιούνται – η γη έκανε τους ανθρώπους δουλικούς. Όμως ο αρχηγός της ομάδας, ο οποίος έχει επικοινωνία με την οργάνωση στην κεντρική Ιταλία, ελπίζει στους προλετάριους που προέκυψαν από τη βιομηχανοποίηση. Η ομάδα αποτελείται από θεωρητικούς της επανάστασης και ο Μανιέρι ξεσπά: τι τους κάνει σίγουρους ότι οι προλετάριοι θα οργανωθούν; Πλέον, υπάρχει επιστημονική βάση, η στατιστική και η ταξική ανάλυση μίλησαν! Ο παλιός αναρχικός νιώθει να πνίγεται, τα υποκειμενικά πλάνα του από το βάθος της βάρκας μαρτυρούν έναν επαναστάτη σε βαθιά κρίση. Οι πεποιθήσεις και οι ελπίδες του έμειναν πίσω, στην απομόνωση.

Πώς τελειώνει ένα τέτοιο αριστούργημα που διατρέχει στιγμές από την ιστορία του κινήματος και μελετά τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη ή καλύτερα ο επιστημονικός δογματισμός μετέτρεψαν την κραυγή καταπιεσμένων ανθρώπων σε ψιθύρους συνελεύσεων και εκλογών; Πώς καταλήγει μια ιστορία που μαρτυρά τη λείανση των αιχμών του επαναστατικού λόγου με την πρόφαση μιας κάποιας στρατηγικής αντιμετώπισης του ταξικού αντίπαλου; Τι σημαίνει η μετατροπή των πιο απλών και πιο ουσιαστικών αιτημάτων του λαού σε θρησκεία, που πρεσβεύει μέλλουσες καταστάσεις ηρεμίας και γαλήνης, μέσα από τη δικτατορία εργαζομένων που όμως δεν έχουν τον χρόνο να καλλιεργήσουν το πνεύμα τους; Μετά από δέκα χρόνια στην απομόνωση, και μαθαίνοντας τα νέα του κινήματος, ο Τζούλιο επιλέγει και πάλι την απομόνωση, έχοντας υπόψιν του τα πολύ γνωστά λόγια: «Ας ξαναποχτήσουμε την εμπιστοσύνη στο αιώνιο πνεύμα που καταστρέφει, γιατί είναι ανεξάντλητη και αιώνια πηγή κάθε ζωής. Η χαρά της καταστροφής είναι συγχρόνως και χαρά της δημιουργίας».

Ανδρέας Άννινος

Leave a comment