• O Κουέντιν Ταραντίνο γεννήθηκε στις 27 Μαρτίου 1963 στο Νόξβιλ του Τενεσί.

• Θιασώτης της ποπ κουλτούρας, ενθουσιώδης σινεφίλ, ο Ταραντίνο είναι ένας πληθωρικός δημιουργός που μετουσίωσε τις επιρροές του σε παραγωγές που συνδυάζουν τη θυελλώδη mainstream παρόρμηση με το προσεκτικό κτίσιμο της πλοκής και της σκηνοθετικής της απόδοσης.

• Δούλεψε σε βιντεοκλάμπ και είδε άφθονες ταινίες, γράφοντας παράλληλα σενάρια.

• Ως σεναριογράφος ξεκίνησε την καριέρα του με τις ταινίες «True Romance» (1993) και «Natural Born Killers» (1994), που σκηνοθέτησαν o Τόνι Σκοτ και ο Όλιβερ Στόουν αντίστοιχα.

• Πέρασε πέντε χρόνια προσπαθώντας να βρει χρήματα για το «True Romance» και είχε ξοδέψει άλλα δύο χρόνια προσπαθώντας να βρει χρήματα για το «Natural Born Killers.

• Ο μετέπειτα παραγωγός του Λόρενς Μπέντερ μάς πληροφορεί για εκείνη την περίοδο: «[…] Βασικά δεν άντεχε άλλο να ασχολείται με αυτά τα δύο σενάρια. Οπότε μου λέει, “Έχω και μια άλλη ιδέα, ένα σενάριο που λέγεται «Reservoir Dogs» και είναι για κάτι τύπους που κάνουν μια ληστεία αλλά δεν την βλέπεις ποτέ. Η όλη δράση συντελείται σ’ ένα γκαράζ όπου δίνουν όλοι ραντεβού μετά τη ληστεία – ο ένας έχει πυροβοληθεί, ένας έχει τραυματιστεί, ένας έχει σκοτωθεί, ένας είναι μυστικός μπάτσος, αλλά ποτέ δε βλέπεις την ίδια τη ληστεία γιατί είναι ταινία χαμηλού προϋπολογισμού”».

• Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ ξετρελάθηκε με το σενάριο και ο Ταραντίνο ήταν ενθουσιασμένος που θα συνεργαζόταν με τον αγαπημένο του ηθοποιό: «Ήταν πραγματικά απίθανο, γιατί ο Χάρβεϊ ήταν ο ηθοποιός που εγώ και ο Λόρενς ονειρευόμαστε για την ταινία και είναι και ο αγαπημένος μου ηθοποιός. Έχω δουλέψει μαζί του και, μάγκα μου, έχω δει τι πράγματα μπορεί να κάνει. Τον λατρεύω από τότε που ήμουνα δεκάξι χρονών. Τον είχα δει στον Ταξιτζή και στους Κακόφημους Δρόμους και στο Duelists (Οι μονομάχοι) και παντού. Δεν έγραψα το ρόλο ειδικά για τον Χάρβεϊ γιατί πίστευα ότι θα τον έπαιζε μάλλον ο  μπάρμπας μου ο Πιτ!»

• Το γύρισμα του «Reservoir Dogs», της πρώτης σκηνοθετικής δουλειάς του Ταραντίνο, κράτησε πέντε εβδομάδες. Υμνήθηκε από τους κριτικούς, από τις Κάννες, όπου προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού έως το Φεστιβάλ του Τορόντο, όπου κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας.

• Τα κοινά στοιχεία του «Reservoir Dogs» με την αστυνομική ταινία από το Χονγκ Κονγκ, «City on Fire» με σκηνοθέτη τον Ρίνγκο Λαν, δημιούργησαν συζητήσεις, που συνεχίζονται μέχρι τις ημέρες μας, σε σχέση με την αυθεντικότητα τόσο των σεναρίων του Ταραντίνο, όσο και των σκηνοθετικών του τεχνικών και ευρημάτων. Το 1995, ο σπουδαστής κινηματογράφου Μάικ Χουάιτ γύρισε ένα φιλμ είκοσι λεπτών που αντιπαρέθετε σκηνές και από τις δύο ταινίες, και έδωσε τον εύγλωττο τίτλο «Ποιόν νομίζετε ότι κοροϊδεύετε». Το φιλμ προοριζόταν να παιχτεί στο Φεστιβάλ Αντεργκράουντ Ταινιών της Νέας Υόρκης, το Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, αλλά αποσύρθηκε την τελευταία στιγμή ύστερα από πιέσεις, όπως λέγεται, της Miramax.

Τι λέει ο ίδιος ο Ταραντίνο για τις ομοιότητες; «Μου αρέσει πολύ το «City on Fire» κι έχω την αφίσα της ταινίας κορνιζαρισμένη στο σπίτι μου. Είναι σπουδαίο φιλμ. Κλέβω από κάθε ταινία. Έχω κλέψει απ’ όλες τις ταινίες που έγιναν ποτέ. Μου αρέσει να κλέβω. Αν κάτι χαρακτηρίζει το έργο μου είναι το γεγονός ότι παίρνω κομμάτια από δω κι από κει και τα ανακατεύω κι αν αυτό δεν αρέσει σε μερικούς και δεν πάνε να το δουν, δεν τρέχει τίποτα. Κλέβω από παντού. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες κλέβουν, δεν κάνουν hommages».

• Ξεκίνησε τη συγγραφή του σεναρίου για το «Pulp Fiction» στο Άμστερνταμ, όπου, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, κοπροσκύλιαζε, ζώντας μια μποέμικη ζωή, με μπόλικα βιβλία, σινεμά, αλλά και χασίς στα μαγαζιά της πόλης.

• Η ταινία πήρε τον τίτλο της από την pulp λογοτεχνία, τα λαϊκά αστυνομικά μυθιστορήματα σε φτηνές περιοδικές εκδόσεις, που πωλούνταν στα κιόσκια των εφημερίδων στις δεκαετίες 1930 και 1940.

• Στις 30 Νοεμβρίου 1993 ολοκληρώνονται τα γυρίσματα της ταινίας, που στον προσχεδιασμό της, ο Ταραντίνο την είχε περιγράψει ως εξής: «Θα κάνουμε ένα έπος. Ένα έπος ως προς τη δομή, τον ορίζοντα, το στόχο. Ένα έπος με τα όλα του – με εξαίρεση τον προϋπολογισμό».

• Το Φεστιβάλ Καννών το 1994 δονήθηκε στους ρυθμούς του «Pulp Fiction», μιας ταινίας που αποτελεί σταθμό για τον παγκόσμιο κινηματογράφο, όχι εξαιτίας της βίας ή του γρήγορου ρυθμού, αλλά λόγω του πρωτότυπου χτισίματος της πλοκής, της ενσυνείδητης ροπής προς την ποπ κουλτούρα και την κυριαρχία του στιλ. Ο Χρυσός Φοίνικας καταλήγει στα χέρια του Κουέντιν Ταραντίνο μέσα σε εκκωφαντικά χειροκροτήματα, εκτός από τις κραυγές μιας καθωσπρέπει κυρίας που έχασε την ψυχραιμία της, εξαιτίας της βράβευσης μιας τέτοιας ταινίας στις Κάννες. Στην ομιλία του, ο Ταραντίνο ξεσπά: «Ποτέ δεν περίμενα να κερδίσω οτιδήποτε σ’ ένα φεστιβάλ με κριτική επιτροπή, επειδή δε γυρίζω ταινίες που ενώνουν τον κόσμο. Συνήθως γυρίζω ταινίες που χωρίζουν τον κόσμο».

• Ακολούθησε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου και μια σαρωτική εισπρακτική επιτυχία στους κινηματογράφους όλου του κόσμου.

• Ο Κουέντιν Ταραντίνο συνέχισε με το «Jackie Brown» (1997) και το 2003-2004 μας έδωσε τις δύο ταινίες «Kill Bill: Vol. 1» και «Kill Bill: Vol. 2», μια ιστορία εκδίκησης  με πρωταγωνίστρια την Ούμα Θέρμαν. Μάλιστα, η τρίτη ταινία της σειράς έχει ανακοινωθεί, με σεναριογράφο τον Ταραντίνο και άγνωστο – μέχρι στιγμής – σκηνοθέτη.

Το 2007 ο Κουέντιν Ταραντίνο ένωσε τις δυνάμεις του με τον Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ για το double feature με τίτλο Grindhouse. Double feature είναι η τακτική που ακολουθούσαν από το 1930 και μετά πολλοί αιθουσάρχες, σύμφωνα με την οποία προέβαλλαν δύο ταινίες στη τιμή της μίας. Αναβιώνοντας αυτή την τακτική, ο Ταραντίνο με τον Ροντρίγκεζ μάς έδωσαν τα Planet Terror και Death Proof, τα οποία δεν πήγαν όπως οι δημιουργοί τους θα περίμεναν.

• Στις επόμενες τρεις ταινίες, ο Ταραντίνο θα «παίξει» με την Ιστορία, με τόλμη και εύστοχο χιούμορ. Το «Inglourious Basterds» (2009) εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και ακολουθεί μία ομάδα Αμερικανοεβραίων στρατιωτών που εξοντώνουν Ναζί στην κατεχόμενη Γαλλία. Η σκηνή της πυρκαγιάς στον κινηματογράφο, σε μια ταινία προπαγάνδας που παρακολουθούσε όλο το επιτελείο του Τρίτου Ράιχ με επικεφαλής τον Χίτλερ, αποτυπώνει την πνευματώδη ευφράδεια του Ταραντίνο, και τη δημιουργία εικόνων, όχι πιστών στην Ιστορία, αλλά στο πάθος του για την κινηματογραφική τέχνη.

• Το «Django Unchained» (2012) ασχολείται με την προσπάθεια ενός σκλάβου, στον αμερικανικό νότο, να σώσει τη γυναίκα του από έναν σκληρό και ανελέητο ιδιοκτήτη φυτειών, ενώ το 2015 η ταινία του, «The Hateful Eight», είναι μάλλον η πιο αδύναμή του, με τον διάλογο να μην είναι πια ευρηματικός και η επανάληψη σκηνών προηγούμενων ταινιών του να φαντάζει κουραστική.

• Η τελευταία του ταινία,  «Once Upon a Time…in Hollywood» (2019) είναι μια προσωπική αφιέρωση στο Χόλυγουντ, ενώ και πάλι παραλλάσσει την Ιστορία, δημιουργώντας ένα δικό του σύμπαν.

• Περιμένοντας τη δέκατη και τελευταία ταινία του – σύμφωνα με όσα έχει πει ο ίδιος – ευχόμαστε χρόνια πολλά στον Κουέντιν Ταραντίνο. Η αγάπη του για τον κινηματογράφο αντανακλάται στις εμπνευσμένες δημιουργίες του, τις οποίες  πλάθει με επιμέλεια, με επιμονή στη λεπτομέρεια, υιοθετώντας μια μεταμοντέρνα οπτική, μέσω της οποίας οι ταινίες και η μουσική που τον επηρέασαν, παράγουν ένα μοναδικό κινηματογραφικό στιλ και μια αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων για τον θεατή.

Leave a comment