Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς

Σενάριο: Πολ Λάβερτι

Πρωταγωνιστούν: Ντέιβ Τέρνερ, Έμπλα Μαρί, Κολ Τέιτ, Κρίσι Ρόμπινσον

Παραγωγή: Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, 2023

Διάρκεια: 113΄

Σ’ ένα μικρό χωριό της βορειανατολικής Αγγλίας το 2016 καταφθάνουν Σύριοι πρόσφυγες για να εγκατασταθούν εκεί προσωρινά. Το χωριό βρίσκεται σε παρακμή, καθώς το ανθρακωρυχείο που έδινε ζωή στην περιοχή έκλεισε και μαζί του σφραγίστηκε ο κύκλος της ζωής των ατόμων που έβρισκαν εκεί ένα μεροκάματο. Από τους λίγους που συνεχίζουν να ζουν στο μέρος είναι ο ιδιοκτήτης της μοναδικής εναπομείνασας παμπ ο Τι Τζέι Μπάλανταϊν (Ντέιβ Τέρνερ). Η «Γέρικη βελανιδιά» αποτελεί τόπο συνάντησης – μόνιμης ανάπαυσης των ντόπιων που έχουν μείνει χωρίς εργασία, συντηρώντας έτσι ακόμα οικονομικά το μέρος του Τι Τζέι, που είναι στα όρια να κλείσει.

Όλη η ταινία του Κεν Λόουτς στήνεται παραδοσιακά πάνω στα ζητήματα της απουσίας ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, που μαστίζουν τον σύγχρονο κόσμο. Μόνο που πάντα βρίσκει τον τρόπο μέσα από τους ήρωες του να αποδείξει ότι όσο και αν πέφτει το σκοτάδι πάντα υπάρχουν ακτίνες φωτός που θα το διαπερνούν, έστω και λίγες για να δείχνουν και τον άλλο, το δύσκολο δρόμο της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα. Αυτό τον φωτεινό ρόλο προσφέρει στον ιδιοκτήτη της παμπ. Χτυπημένος από προσωπικά αδιέξοδα, μέσα από έναν αποτυχημένο γάμο παλεύει να βοηθήσει όσο μπορεί αρχικά τους Σύριους πρόσφυγες και μετέπειτα όλο το χωριό, ανοίγοντας μια μικρή τοπική κουζίνα με δωρεάν φαγητό για όλους, ενάντια σε όλες τις δυσκολίες. Μέσα σε όλα δεν θα διστάσει να κοντραριστεί με την πλειοψηφία των θαμώνων, που τον στηρίζουν οικονομικά και που βλέπουν τον ρατσισμό ενάντια στους πρόσφυγες να θεριεύει μέσα τους.

Παράλληλα με το πρόβλημα που αντιμετωπίζει, μέσα από τη φιλία του με την προσφυγοπούλα Γιάρα (Έμπλα Μαρί) αποτυπώνεται το κλίμα που επικρατεί στην Συρία και οι δυσκολίες που την οδήγησαν στο χωριό του. Aυτό θα κρατήσει με έναν υπερβολικά μελοδραματικό τρόπο, ωσότου υφάνει το συγκινητικό φινάλε της ταινίας.

Αν ψάχνει κανείς για σημαντικές σκηνοθετικές καινοτομίες, με φοβερά πλάνα ή σεκάνς που θα παρουσιάσουν ένα σινεμά γεμάτο ψέματα και ωραιοποιήσεις, πλήρωσε τσάμπα εισιτήριο και μπήκε στη λάθος σκοτεινή αίθουσα να δει την ταινία του. Συνολικά το έργο του (βραβευμένος δις με Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών) βασίστηκε πάνω σε ένα μονοπάτι που δεν παρέκκλινε ποτέ. Το μονοπάτι αυτό είναι συνυφασμένο με την λαϊκή – εργατική οικογενειακή του καταβολή, καθότι οι συγγενείς του πατέρα του εργάζονταν στο σκληρό επάγγελμα του ανθρακωρύχου (καθόλου τυχαία και η επιλογή στην ταινία του επαγγέλματος της πλειοψηφίας των κατοίκων).

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε μαζί με τον συγγραφέα Εντουάρ Λουί θα ερωτηθεί:

Δημοσιογράφος: Ποια είναι κατά τη γνώμη ας η αξίας της τέχνης, ιδίως σε μια περίοδο πολιτικής κρίσης;

Κεν Λόουτς: Η αξία της τέχνης; Καταρχήν η τέχνη θα έπρεπε να είναι αυτό που η ίδια θέλει να είναι. Θα έπρεπε να είναι αυτό που γεννά η φαντασία. Κατά τη γνώμη μου, τη στιγμή που λέμε «η τέχνη θα έπρεπε να είναι αυτό»  ή «η τέχνη θα έπρεπε να είναι το άλλο» σκοτώνουμε τη δημιουργικότητα. Και το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια τέχνη που είναι απόλυτα εμπορευματική. Πιστεύω όμως ότι όταν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε ταινίες ή να γράφουμε βιβλία ή οτιδήποτε άλλο, μπορούμε να υπερασπιστούμε της θεμελιώδεις αρχές ενός τρόπου ζωής. Τις μεγάλες αξίες της ισότητας, της αδελφότητας και της ελευθερίας. Μπορούμε να πούμε, ορίστε, αυτές είναι οι αρχές με βάση τις οποίες πρέπει να ζούμε.

Στις δύο τελευταίες προτάσεις της απάντησής του δίδονται και οι αξίες που παρουσιάζει στο κινηματογραφικό έργο του λίγο πριν την δύση της καριέρας του ο 87 χρόνος πλέον σκηνοθέτης. Αρμός σκληρός αυτές οι βασικές αρχές του, παρουσιάστηκαν στο θεατή πάντα με κοφτό, άμεσο, ρεαλιστικό και σκληρό τρόπο χωρίς περιστροφές και χωρίς να έχει πάρει διαζύγιο από τις πολιτικές εξελίξεις, τα προβλήματα της εργατικής τάξης και του καταπιεσμένου ατόμου.

Λεωνίδας Ρηγόπουλος

Leave a comment