Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ

Σενάριο: Λουίς Μπουνιουέλ, Ζαν-Κλοντ Καριέρ

Παίζουν: Φερνάντο Ρέι, Στεφάν Οντράν, Ντελφίν Σεϊρίνγκ, Ζαν Πιέρ Κασέλ, Μπιλ Οζιέ

Παραγωγή: Γαλλία – Ισπανία, 1972

Διάρκεια: 1 ώρα 42 λεπτά

Μια πραγματική τραγωδία για τους μπουρζουάδες η περιπλάνησή τους στους δρόμους της πόλης για να απολαύσουν ένα γεύμα. Οι απόπειρες διαδέχονται η μία την άλλη, τα απρόοπτα διακόπτουν τη στιγμή της οικείας απόλαυσης, ενώ η κρυφή ζωή της μπουρζουαζίας περιπλέκεται με κρατικές δομές, σκληροτράχηλες – για λίγο – αρχές, πολεμικές συρράξεις. Τα όνειρα των επίδοξων συνδαιτημόνων ενορχηστρώνουν την πλοκή της ταινίας, όνειρα που στην πραγματικότητα αφορούν τον ίδιο τον σκηνοθέτη, μιας και πρόκειται για επανερχόμενα θέματα – τρομακτικά ή μη – που τον επισκέπτονταν στον ύπνο του.

Η κατανόηση του χρόνου στην ταινία του Μπουνιουέλ – παρεμπιπτόντως πρόκειται για την τελευταία δημιουργική περίοδό του – είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν ισομερώς τον σκηνοθέτη και τον θεατή. Είναι μια συνεχόμενη έκπληξη ο χειρισμός του, έτσι όπως παρεμβάλλονται εξωδιηγητικά πλάνα της ταλαίπωρης παρέας των μπουρζουάδων, αμέσως επανερχόμαστε σε κλειστούς, μοναδικά στιλιζαρισμένους χώρους και στο επόμενο πλάνο ξυπνάμε στο όνειρο κάποιου πρωταγωνιστή. Μάλιστα, ο ευφυής Λουίς Μπουνιουέλ κατασκευάζει ένα όνειρο μέσα στο όνειρο δύο διαφορετικών ηρώων, ένα αδιαφανές καταπέτασμα στην προσπάθεια του θεατή να παρακολουθήσει την πλοκή. Και όμως, καμία οπτική δυσαρέσκεια, κανένας πλατειασμός δεν δημιουργείται, παρά μόνο αναμονή για περισσότερες σεκάνς που ξεπηδούν στρογγυλές και αυτάξιες. Λειτουργικά και απολαυστικά πλάνα, ρηξικέλευθο μοντάζ, μικροί τονισμοί με τελετουργικές κινήσεις της κάμερας, βασικά στοιχεία της φιλμογραφίας του μεγάλου σκηνοθέτη, ανιχνεύονται και εδώ.

Ο πολλαπλασιασμός του ενδιαφέροντος του θεατή επιτυγχάνεται με τους αδρά σκιαγραφημένους ήρωες και τις συνεχόμενες διαλογικές προκλήσεις στο κείμενο των Μπουνιουέλ και Καριέρ. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι τα βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων γίνονται σαφή από τις δύο πρώτες σεκάνς, όταν με βλέμματα και παντομιμικές κινήσεις σημειώνονται οι αδυναμίες τους (κυρίως) αλλά και τα δεσπόζοντα δυνατά χαρακτηριστικά τους. Έχοντας λοιπόν σμιλεύσει τους ήρωές του, και με σκωπτικό τρόπο υπονομεύοντας την ταξική τους θέση, ο Μπουνιουέλ νιώθει ελεύθερος να απλώσει όλη τη γκάμα των στοχασμών του, μέσα από την χαρακτηριστική υπερρεαλιστική εικονοπλασία του που κινείται ανάμεσα στην εγγενή υπερβολή και τη στιλιζαρισμένη γκροτέσκα ευμάρεια.

Παρεμβάλλοντας ως λάιτ μοτίφ την σκηνή με την παρέα των μπουρζουάδων να περπατά σε έναν αχανή αγροτικό δρόμο, ατελείωτο και μονότονο, και επιλέγοντας αυτή τη σκηνή για το κλείσιμο της ταινίας, ο Μπουνιουέλ τοποθετεί τους ήρωές του σε μια αιώνια πορεία προς το τίποτα, μέσα σε παιχνίδια μηδενικού αθροίσματος, πραγματικά έρμαια των προθέσεών τους, χωρίς φωνή, χωρίς σκοπό. Οι 9 απόπειρες για ένα αξιοπρεπές γεύμα καταλήγουν στο ψυγείο ενός εργένη, όπου ελλείψει αρμονίας και κλάσης, δεν μπορούμε να μιλάμε για γοητεία. Όμως ο χρόνος που σπαταλήθηκε για να δομηθεί η φιλμική πραγματικότητα παραμένει εκεί εις τον αιώνα τον άπαντα.

Ο Μπουνιουέλ κάνει μνημειακό κινηματογράφο που στηλιτεύει με οξύτητα την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισονομίας, της αξιοπρέπειας. Είναι επομένως ένας ψευδαισθητικός κινηματογράφος, στον οποίο τα όρια του πραγματικού και του φανταστικού συγχέονται, με αποτέλεσμα ένα συνδυασμένο χάος ανεπιτήδευτο και ανυπόκριτο. Η μοναδικότητα αυτής της ταινίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει τον θεατή στην εκτίμηση των πλούσιων ιδεολογικών και καλλιτεχνικών αρετών του δημιουργού.

Ανδρέας Άννινος

Leave a comment