Σκηνοθεσία: Έλιο Πέτρι

Σενάριο: Έλιο Πέτρι, Ούγκο Πίρο

Παίζουν: Τζιάν Μαρία Βολοντέ, Μαριάντζελα Μελάτο, Σάλβο Ραντόνε, Γκουερίνο Κριβέλο

Παραγωγή: Ιταλία – 1971

Διάρκεια: 2 ώρες

Χρυσός Φοίνικας στο 25ο Φεστιβάλ Καννών (μαζί με την Υπόθεση Ματέι του Φραντσέσκο Ρόσι)

«Έτσι, σε αυτή την κόλαση, σε αυτόν τον πλανήτη τον γεμάτο από νοσοκομεία, ψυχιατρεία, νεκροταφεία, εργοστάσια, στρατώνες και λεωφορεία, το μυαλό σιγά-σιγά φεύγει μακριά».

Ο καημένος ο Λούλου Μάσα (Τζιάν Μαρία Βολοντέ) δουλεύει σε ένα εργοστάσιο που πληρώνει με το κομμάτι και κάνει τα πάντα για να είναι παραγωγικός. Η διοίκηση πιέζει τους εργάτες για να αυξήσουν την παραγωγή, οι φοιτητές έξω από το εργοστάσιο καλούν τους εργάτες σε απεργία έως ότου η δουλειά με το κομμάτι σταματήσει, οι συνδικαλιστές ζητούν απλώς αύξηση των ποσοστών, και ο καημένος ο Λόυλου Μάσα σηκώνεται απ’ τα χαράματα, δουλεύει απ’ την ανατολή έως τη δύση, έχει βάλει στην άκρη την ερωτική του ζωή, αφού η υπερπροσπάθεια για να είναι αποδοτικός του αφήνει ένα οριακό παράθυρο για ενασχόληση μόνο με τη Μίλαν, ενώ είναι θύμα και ενός εργατικού ατυχήματος… Ο Πέτρι σχηματοποιεί την ριζοσπαστική αλλαγή με έναν τοίχο που πρέπει να γκρεμιστεί. Ένας τοίχος που υπάρχει μόνο στο όνειρο του Λούλου Μάσα.

Επί είκοσι και πλέον χρόνια, η Ιταλία έζησε τον φασισμό σε όλο του το «μεγαλείο». Ένας συρφετός από μικροαστούς, ζυμωμένος με ρατσιστικές αντιλήψεις και εθνικιστική ρητορική, στραμμένος στο καθημερινό μίσος και τη μισαλλοδοξία, στερημένος από οποιοδήποτε άλλο κίνητρο εκτός από την άνοδο στη κοινωνική διαστρωμάτωση, μέσα από την εξολόθρευση των ομοιών τους και τη λατρεία του αρχηγού. Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε τους φασίστες μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε θα συνέχιζαν να πρεσβεύουν τις βρώμικες αρχές τους και εξαιτίας του μομέντουμ θα εξαφανίζονταν – έστω και για λίγο ιστορικό χρόνο – είτε θα στρογγύλευαν τις γωνίες τους, θα κατάπιναν τις φασιστικές κραυγές τους και θα γίνονταν οι κύριοι εκπρόσωποι του φρενήρους μεταπολεμικού καπιταλισμού που μέσα από την «ανάπτυξη», τις «επενδύσεις» και τους διάφορους «δείκτες» θα μιλούσαν τη σκοτεινή γλώσσα της καθώς πρέπει ζωής. Η επιλογή ήταν αυτονόητη γι’ αυτούς, που ούτως ή άλλως δεν είχαν ποτέ την αξιοπρέπεια της τήρησης συγκεκριμένης στάσης.

Γυρισμένη σε υπό κατάληψη εργοστάσιο με τους εργάτες να παίζουν τους εαυτούς τους, η ταινία του Πέτρι εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους η αριστερά προσεγγίζει την εργατική τάξη και της παρέχει τα εφόδια να αντιμετωπίσει τους προαναφερθέντες συντηρητικούς (παλαιοφασίστες), οι οποίοι χαρακτηρολογικά ισοπεδώνονται στην ταινία, και μετατρέπονται σε χυδαίες καρικατούρες ελλιπούς λεξιλογίου και ταπεινών ενστίκτων. Όλο το βάρος – και πάλι χαρακτηρολογικά – πέφτει στους συνδικαλιστές, τους εργάτες, τους φοιτητές. Ο Πέτρι αναζητά επίσης τη θέση του ατόμου μέσα στο σύνολο. Εξ ου και οι περιπεπλεγμένες σχέσεις του Μάσα, που πρακτικά έχει ανταλλάξει σύζυγο και παιδί με έναν συνάδελφό του, χωρίς αυτό να του εγγυάται μια υποσχόμενη σεξουαλική ζωή, που όταν αυτή θα αναζωπυρωθεί εφήμερα θα είναι αμήχανη και ανούσια. Το εργατικό ατύχημα αν και λειτουργεί ως η σπίθα που φουντώνει τη φλόγα, έχει και την παράμετρο του προσωπικού δράματος και της αίσθησης της απώλειας. Άλλωστε, η ταινία έχει πρωταγωνιστή και μάλιστα πολύ σπουδαίο, και δεν είναι ένα φιλμ σοσιαλιστικού ρεαλισμού με πρωταγωνιστή το λαό και με σταχανοφιστικές επιδιώξεις.

Για τον Πέτρι, οι εργάτες στερούνται ταξικής συνείδησης, είναι σαφές. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Λούλου ενστερνίζεται την ανάγκη απεργίας μόνο όταν χάνει το δάχτυλό του, ενώ όταν χάνει τη δουλειά του, χάνει και τον εαυτό του. Οι εργάτες έχοντας αλλοτριωθεί και από τα προϊόν που παράγουν, στερούνται ακόμα μια πληροφορία, χάνοντας τον μπούσουλα. Αυτό προσδίδει χαρακτηριστικά μηχανής στον άνθρωπο, που πλέον καθορίζεται μόνο από την εργασία του. Ο φόβος της απόλυσης γίνεται κυρίαρχος και ελέγχει τις πράξεις τους. Συνεχίζοντας, τα συνδικάτα μπολιασμένα σε μια πολιτική διγλωσσία των ισορροπιών, διεκδικούν και αποφασίζουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, ενώ συνήθως κατακτούν τις πρόσφατα κατηργημένες κατακτήσεις. Οι φοιτητές επιδίδονται σε ψευδο-επαναστατικό ακτιβισμό, αφού δεν έχουν να χάσουν τίποτα, προκαλώντας έναν επιπλέον φόβο στους εργάτες, αυτόν του σεκταρισμού. Ο Πέτρι κρατά αποστάσεις από τον βάναυσο αριστερισμό της αυτονόητης αποδοχής χρησμών και θεσφάτων και καταγγέλλει τους μηχανισμούς εκφοβισμού της εργατικής τάξης, συμπεριλαμβανομένου και κυρίαρχου αυτού της κρατικής καταστολής.

Με τη μουσική του Ένιο Μορικόνε να δίνει τον τόνο, τα πλάνα να ρέουν κινούμενα μέσα στον ιδρώτα των εργατών, το πρόσωπο αυτού του σπουδαίου Τζιάν Μαρία Βολοντέ να συσπάται και τη φωνή του να τρέμει τραγουδιστά, με το μοντάζ να γίνεται εσωτερικό τις στιγμές που ο καημένος ο Λούλου Μάσα πλησιάζει τη μοίρα του πρώην συνάδελφού του, Μιλιτίνα που κατέληξε σε ψυχιατρείο, ο Πέτρι μας δίνει μια σημαντική ταινία που διατυπώνει το πρόβλημα και αυτό είναι πάντα το πρώτο βήμα προς την επίλυσή του. Είναι δε απολύτως επιτυχημένη, όχι τόσο γιατί βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα, όσο γιατί προκάλεσε την οργή αριστερών και δεξιών κριτικών.

Ανδρέας Άννινος

Leave a comment