Σκηνοθεσία: Τζέι Μπλέικσον

Σενάριο: Τζέι Μπλέικσον

Παίζουν: Ρόζαμουντ Πάικ, Έιζα Γκονζάλες, Πίτερ Ντίνκλατζ, Ντάιαν Γουίστ

Παραγωγή: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο – 2020

Διάρκεια: 1 ώρα 58 λεπτά

Δύο γυναίκες – δηλητήριο γίνονται με το έτσι θέλω νόμιμοι συμπαραστάτες σε μοναχικούς ηλικιωμένους. Όταν εντοπίζουν το ιδανικό θύμα, η πραγματικότητα τις διαψεύδει, βάζοντας σε κίνδυνο τη σχέση τους και τη ζωή τους.

Φαινομενικά, η Μάρλα Γκρέισον και η Φραν – διότι ακόμα και σε μια μισοφεμινιστική και κουτσοαντιπατριαρχική ταινία, το ένα μέλος του ζευγαριού έχει ονοματεπώνυμο, σε αντίθεση με το άλλο – έχουν τον έλεγχο. Τον πλήρη έλεγχο της ζωής τους, της σχέσης τους και των φιλοδοξιών τους. Οι φιλοδοξίες τους είναι η εξής μια: να γίνουν ζάμπλουτες. Η κομπίνα που έχουν βρει τους εξασφαλίζει μια πρώτη ικανοποίηση, όμως τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Έτσι, όταν το επόμενο τέλειο θήραμά τους, Τζένιφερ Πίτερσον, τους επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις, καταλαβαίνουν ότι βρίσκονται στο σημείο καμπής, όπου πρέπει να εδραιώσουν τις υπάρξεις τους ως λέαινες ή κάτι τέτοιο.

Από τα πρώτα λεπτά της ταινίας και την εισαγωγή των χαρακτήρων γίνεται σαφές ότι ο σκηνοθέτης θα χρησιμοποιήσει το πολυπαιγμένο χαρτί της πατριαρχίας, θα το συνδυάσει με την πεμπτουσία του κοινωνικού δαρβινισμού, και με αρκετή δόση τύχης θα μπορέσει να αποτάξει τον σατανά της ιδεολογίας, καταλήγοντας ωστόσο σε έναν μετα – φεμινιστικό κινηματογράφο. Η αντίφασή αυτή χοντραίνει και ίσως ξεφεύγει, μέσα από κάποια αποφθέγματα που πυροδοτούν την δέσμευση του κοινού και από μια τάση ισοπέδωσης και ύποπτης απουσίας εξαιρέσεων. Το γυναικείο βλέμμα χάνει την υποκειμενικότητά του και εκπίπτει στα τρεχούμενα σάλια μιας – καλοπαιγμένης κατά τ’ άλλα – λέαινας.

Η ταινία ξεκινά με μια σειρά από σουρεαλιστικές καταστάσεις που χτυπούν την πόρτα της αλληγορίας. Το κράτος παρουσιάζεται παντοδύναμο – ολοκληρωτικό, οι κοινωνικές σχέσεις ένα θέατρο κορεσμένο από υποκρισία και εκδουλεύσεις, το κοινωνικό σύνολο διχοτομείται σε αρπακτικά και θηράματα. Και πράγματι το πρώτο μισό της ταινίας, το μέρος αυτό δηλαδή που χαρακτηρίζεται από μια κοινωνική κριτική – όχι βέβαια αποδεσμευμένη από την αμερικανική ιδεολογική γραμμή – είναι το ενδιαφέρον μισό της. Πολύ περισσότερο όταν η δικαιοσύνη παρουσιάζεται αφελής, ανίκανη και γελοία μπροστά στην κανιβαλική διάθεση των δύο γυναικών.

Ενδιαφέροντα γκρο υπάρχουν στο «I Care a Lot», πολύ ωραίος χρωματικός σχεδιασμός, προσεγμένα και ποικίλα σκηνικά, σοβαρές ερμηνείες – ούτως ή άλλως η Ρόζαμουντ Πάικ είναι μια καθηλωτική ηθοποιός. Πέραν τούτων, ουδέν. Πιο αναλυτικά: η δράση είναι προβλέψιμη, οι ανατροπές ανύπαρκτες, οι συμπτώσεις αστείες, η σκηνοθετική δουλειά στοιχειώδης. Συνολικά, ένα επίπεδο αποτέλεσμα με μάλλον ενοχλητικά στοιχεία.

Με πιο ενοχλητικό το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο της αφήγησης, που ελλείψει κάποιας αντίθεσης μοιάζει με κήρυκα ψευτοϊδεών. Κάντε αυτό, πείτε εκείνο, πιστέψτε το άλλο. Μια θλιβερή αντιστροφή του σπασίματος του τέταρτου τοίχου του avant-garde κινηματογράφου, για ταπεινούς σκοπούς, με κυριότερο την εδραίωση ιδεολογικών συμβάσεων. Μια αρπακτική συμπεριφορά, εν τέλει, από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, που δεν κρύβει την – στην καλύτερη περίπτωση – τάση του προς τον διδακτισμό, και – στην χειρότερη περίπτωση – τη ροπή του προς την χυδαία προπαγάνδα.

Ανδρέας Άννινος

Leave a comment